Κατά τήν ήμέραν έκείνην έσφάγη και εις επιφανής τοΰ καιροΰ εκείνου
λόγιος, 6 ποιητής Θεόδωρος Μυτιληναίος ή 'Αλκαίος. Ό άνήρ οΰτος
ήν πεντηκοντούτης περίπου, υψηλός, ευτραφής, μελάγχρους και επιβλητικώτατος
το παράστημα με τήν πολύπτυχον φουστανέλλαν του. Σπουδάσας
εν Π ά τ μ ω , ήτο γνωστός εις δλον τον τότε λόγιον κόσμον ως ποιητής,
και λέγεται μάλιστα, δτι είχε γράψει και δραματικον έργον, διδαχθέν
εν Σύρω εις το πρώτον εκεί άπο της επαναστάσεως ιδρυθέν έλληνικον
θέατρον, πρώτον το δράμα εκείνο. Ή τ ο δε τότε οπλαρχηγός και
αυτός, οίοικων ιοιον σώμα άτακτων, αλλ υπο την στρατηγίαν του Κοίεζώτη.
Μίαν ώραν πριν ή άρχίση ή σφαγή, ό 'Αλκαίος μετά τοϋ άδελφοϋ
(ή κατ' άλλους, γυναικάδελφου) του Κωνσταντίνου, λογίου και αυτού,
και δέκα περίπου άλλων εκ τών φιλτέρων οπαδών του εγευμάτιζον
εν τινι πυργίσκω, εγγύς τοϋ μέρους, ένθα εδόθη ή αφορμή τοϋ δράματος.
Οτε εστρώθη ή τράπεζα και παρετέθη αμνός οβελίας, 6 Αλκαίος εξαγαγών
την ώμοπλάτην καί εξετάσας αυτήν, έσκυθρώπασε και έφώνησε
σύννους*— «Παιδιά, ή πλάτη έχει έ'να μεγάλον μνήμα. Κακός, πολύ
κακός ό οιωνός !» "Ολοι συνωφρυώθησαν. Ά λ λ α μ ε τ ' ολίγον ετράπησαν
εις το γεϋ[Λα και πίνοντες, ελησμόνησαν τον οίωνον και ηύθύμουν. Ά μ α
δε ήρξατο* ή σφαγή, εις τών συνδαιτυμόνων, άγνοών τα συμβαίνοντα,
έπυροβόλησεν εκ του παραθύρου. 'Απόσπασμα όμως Γάλλων στρατιωτών,
διερχόμενον, ανήλθε παράφορον καί έπιπεσον έξαπίνης, διελόγχευσε
tòv Άλκαΐον και τους συν αύτω πάντας. Ούτως ό ποιητής άπέθανεν εν
συμποσίφ και εύθυμων, ώς το πτηνον του δάσους, δπερ άγριος και απροσδόκητος
σπαράττει κυνηγός.




0 Σχόλια: