...Την επιφυλακτικότητα μου αυτή εξέφρασα μιά ημέρα σε μικρό κύκλο μετά το τέλος σχετικής διάλεξης, όταν μία ηλικιωμένη γνωστή μου κυρία που βρισκότανστον κύκλο, με ρώτησε:

—Ώστε δεν πιστεύεις στο κακό μάτι;

—Οφείλω να είμαι επιφυλακτικός, απάντησα, έως ότου το επαναλάβω πειραματικά.

—Πολύ καλά, μου είπε. Θα σου το αποδείξω λοιπόν εγώ. Διότι εγώ η ίδια έχω το κακό μάτι..

—Καλά και πώς θα μου το αποδείξεις;

—Αν θέλεις, ραντεβού αύριο το μεσημέρι στου Γιαννάκη, που ήταν στην αρχή της λεωφόρου Πανεπιστημίου το εκλεκτότερο κέντρο των Αθηνών. Αλλά υπό τον όροότι το πράγμα θα μείνει μεταξύ μας, διότι δεν μου είναι ευχάριστο να γίνει το πράγμα γνωστό.

Έδωσα φυσικά τον λόγο μου και το άλλο μεσημέρι ακριβώς ήμουνα στου Γιαννάκη και συναντούσα την κυρία σε ένα από τα τραπεζάκια του.

—Ε, λοιπόν, πώς θα μου το αποδείξεις;

Είπα στην κυρία.

—Να! Κοίταξε αυτούς που περνούν και πες μου ποιόν θέλεις να σου ρίξω κάτω..

—Πώς θα τον ρίξεις; Μήπως σκοπεύεις να παλαίψεις; Είπα αστειευόμενος.

—Απλά με το μάτι. Θα δεις!

Την στιγμή αυτή περνούσε μπροστά μου μία γριά κυρία.

—Όχι αυτή, είπα, λόγω της ηλικίας της... Αλλά αμέσως κατόπιν ερχόταν ένας νεαρός κομψός και ρωμαλέος.

—Να, ένας κατάλληλος... είπα. Βάρα του.

Λοιπόν ώσπου να το πω ο νεαρός ήταν με την κοιλιά κάτω. Έμεινα έκπληκτος. Και

για να μην μακρυγορώ, από δέκα διαβάτες οι μεν τρεις από αυτούς δεν επηρεάστηκαν. Οι άλλοι επτά όμως, είτε έπεσαν άσχημα, είτε σκουντούφλησαν χωρίς αιτία. Προφανώς επρόκειτο για διαφορετικού βαθμού επιδεκτικότητα. Το καταπληκτικό αυτό πείραμα με έκανε να βάλω από τότε νερό στο κρασί μου..