Οταν άρχισε η ηφαιστειακή έξαρση στη Σαντορίνη το 1866, ο Σμιτ συμμετείχε σε αποστολή της ελληνικής κυβέρνησης. Εκεί, παραλίγο να σκοτωθεί: το ηφαίστειο ενεργοποιήθηκε απότομα, τα ρούχα του πήραν φωτιά και χρειάστηκε να απομακρυνθεί βιαστικά, ενώ ζημιές υπέστη και το πλοίο του. Την ίδια χρονιά βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρά του, όταν θεώρησε ότι άκουσε βήματα στη σάλα. Δεν ήταν μόνος: δίπλα του ήταν η γάτα του, «η οποία άρχισε να αφουγκράζεται», όπως φρόντισε να σημειώσει στο ημερολόγιό του.

Ο Σμιτ άλλωστε κατέγραφε τέτοια περιστατικά με τη σχολαστικότητα του επιστήμονα, ενώ συχνά αναφερόταν σε έναν «δαίμονα», τον οποίο αντιμετώπιζε σαν ανεπιθύμητο συγκάτοικο. "Στις 2 Ιανουαρίου 1865 σημείωσε ότι «ήρθε μόνο μία φορά στη σάλα», όπου συνήθιζε να διαβάζει, και προκάλεσε δύο δυνατούς κρότους πίσω από την πολυθρόνα του. Τρεις ημέρες αργότερα έγραψε ότι «ο δαίμονας έλειψε εντελώς», για να επιστρέψει το επόμενο βράδυ «με νέες επινοήσεις ήχων». Αλλοτε τον άκουγε να ξύνει τους τοίχους, να χτυπά ή να παράγει έναν ήχο «σαν να φυσούσε κάποιος μέσα σε άδειο μπουκάλι».

Πριν καταλήξει στο ανεξήγητο, πάντως, εξέταζε κάθε πιθανή αιτία. Εψαχνε για ποντίκια, απέκλειε τις άμαξες και τις βροντές, σημείωνε τον άνεμο, τον καιρό, ακόμη και τη φάση της Σελήνης. Επιστράτευε και τη γάτα του ως ιδιότυπο ανιχνευτή: κάποτε την έφερε επίτηδες στη σάλα για να ακούσει τα χτυπήματα, εκείνη όμως έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον. Σε άλλες περιπτώσεις τρόμαζε ή έστρεφε την προσοχή της προς το σημείο από όπου ερχόταν ο ήχος. Οταν καμία εξήγηση δεν του φαινόταν επαρκής, ο Σμιτ έγραφε απλώς ότι είχε επιστρέψει ο «δαίμονας». Με την ίδια επιμέλεια κατέγραφε και τα όνειρά του."